ΣΑΝ ΨΕΜΑ Η ΑΛΗΘΕΙΑ (Μυθιστόρημα 1ο μέρος)
Τέσσερις ή πέντε μέρες απέμεναν για την επιστροφή του πατέρα. Μεγάλη Τετάρτη, το πολύ Μεγάλη Πέμπτη θα γυρίσει το καΐκι του καπετάν Κωσταντή, φέρνοντας μαζί και τον Νικολή από το Κρητικό πέλαγος όπου ψάρευαν ενάμισι μήνα τώρα. Δύσκολη, σκληρή δουλειά δίχως γιορτές και σκόλες.
Πέντε χρόνια είχαν να κάνουν Πάσχα όλοι μαζί σαν οικογένεια. Τα τέσσερα παιδιά περίμεναν με ανυπομονησία να πέσουν στην αγκαλιά του, και εκείνος να τους δώσει το μποναμά τους για να αγοράσουν καινούργια ρούχα. Όχι για όλους βέβαια. Τα δυό μικρότερα θα βολεύονταν με τα παλιά του μεγαλύτερου, που θα φρόντιζε
η μάνα να τα φέρει στα μέτρα τους.Μόνο τα δίδυμα θα είχαν αυτή τηνμπολυτέλεια. Ο Πετρής και η Αναστασία. Αυτό τον Ιούνη θα έκλειναν τα δεκαπέντε και είχαν περισσότερη ανάγκη τα ρούχα από τα μικρότερα, τον Δήμο που έκλεισε τα δώδεκα και τον Αργύρη που έμπαινε στα δέκα.
Σχολείο μόνο ο μικρός πήγαινε πια. Τα υπόλοιπα τρία σταμάτησαν μόλις τελείωσαν το δημοτικό. Δυσβάστακτο το κόστος για την πολύτεκνη οικογένεια και έτσι έμειναν στον Πάνορμο, δίπλα στη μάνα που ξενόπλενε για να συμπληρώσει το πενιχρό οικογενειακό εισόδημα. Ο Αργύρης όμως θα συνέχιζε τις σπουδές. Τα έπαιρνε τα γράμματα και θα έκαναν κάθε θυσία να τον δουν μεγάλο και τρανό μια μέρα!
Μ΄αυτές τις σκέψεις η Κυρά Υπαπαντή διέσχισε τη μικρή απόσταση που τη χώριζε από το αρχοντικό του Κωσταντή. Τούτο το Σάββατο του Λαζάρου, αν και είναι μόλις έξι του Απρίλη, ο καιρός θυμίζει καλοκαίρι. Μια μπουνάτσα από τις σπάνιες για την Τήνο και πολύ περισσότερο για τον Πάνορμο που είναι στη μπούκα του βοριά, επικρατεί τρεις μέρες τώρα. “Κάνε Παναγιά μου να κρατήσει η καλοσύνη μέχρι να ρθει με το καλό ο Νικολής μου!”,συλλογίστηκε και έκανε το Σταυρό της.
Στα τριάντα οκτώ πια και τα χέρια της δεν βαστούν όπως παλιά. Χρόνια βουτηγμένα στα σαπουνόνερα ήταν ώρες που δεν τα αισθανόταν. Να ξεπετάγονταν λίγο τα δίδυμα, να βοηθήσουν την κατάσταση για να πάρουν μιαν ανάσα, να ζήσουν κι αυτοί σαν άνθρωποι.
Στο μυαλό της στριφογύριζε η αρρώστια της Αναστασίας. Δόξα τω Θεώ έδειχνε να ξεπερνά τον κίνδυνο. Ένα βαρύ κρυολόγημα που ο αγροτικός γιατρός φοβήθηκε μην εξελιχθεί σε πνευμονία, τον ανάγκασε να δώσει ισχυρή αντιβίωση.
Το στομάχι όμως της μικρής είναι ευαίσθητο και έτσι της έγραψε μια σειρά ενέσεις.
Ευτυχώς η κυρά Παρασκευή η γειτόνισσα κατείχε από ενέσεις και τις ανέλαβε αυτή. Σήμερα θα της έκανε την τελευταία
Κτύπησε διακριτικά την πόρτα του αρχοντικού και σε λίγο της άνοιξε η ψυχοκόρη της οικογένειας. Την καλημέρισε και έπιασε αμέσως τη δουλειά.
Ο Αργύρης με τον Δήμο όπως κάθε μέρα τράβηξαν για τη λιμνούλα που σχημάτιζε το ποτάμι και ήταν γεμάτη πάπιες και χελωνίτσες. Εκεί περνούσαν τις περισσότερες ΄ώρες όταν ο μικρός δεν είχε σχολείο. Σχεδόν πάντα οι δυό τους, εκτός από κάποιες σπάνιες φορές που ερχόταν κανένα από τα άλλα τρία παιδιά του χωριού.
Με ένα κομμάτι ξερό ψωμί που έτριψε στη χούφτα του ο Δήμος τάισε τις πάπιες που κολυμπούσαν βιαστικά να αρπάξουν τα ψίχουλα. Ο Αργύρης περπατούσε ριψοκίνδυνα πατώντας πάνω στα βότσαλα της όχθης, που κουνιόνταν επικίνδυνα από το βάρος του. Ανά πάσα στιγμή υπήρχε ο φόβος να τσαλαβουτήσει στα κρύα νερά.
“Σταμάτα χαζέ!”,του φώναξε ο Δήμος ξαπλωμένος ανάσκελα στο υγρό χορτάρι. “Θα πέσεις μέσα και θα πουντιάσεις σαν την Αναστασία!.
Δείτε τη συνέχεια στο ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΕΣ
Δείτε επίσης: Πως θα βγάλετε το δαχτυλίδι ή τη βέρα, που κόλλησε στο δάχτυλο σας (video)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου