Ερέτρια, τέταρτος αιώνας π.Χ. Κάποιος ανοίγει έναν τάφο, και ανάμεσα στα κόκαλα ένα μικρό λαμπερό σημάδι τραβάει το βλέμμα. Δεν είναι κόσμημα. Είναι ένα λεπτό χρυσό σύρμα, τυλιγμένο γύρω από δύο δόντια. Κάποιος, πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια, πήγε σε έναν γιατρό όταν τα δόντια του άρχισαν να κουνιούνται, και εκείνος του τα έδεσε με χρυσάφι για να μην τα χάσει.
Αυτή η εικόνα συνοψίζει ολόκληρη την ιστορία της αρχαίας ελληνικής οδοντιατρικής. Ήταν εφευρετική, ήταν ριζοσπαστική για την εποχή της, ήταν προνόμιο των λίγων.
Η αλήθεια είναι ότι
στην αρχαία Ελλάδα δεν υπήρχε οδοντίατρος. Όχι όπως τον φανταζόμαστε σήμερα, με δικό του ιατρείο, δικό του τίτλο, δική του ταμπέλα στον δρόμο. Όταν πονούσε ένα δόντι, πήγαινες στον γιατρό, τον γενικό γιατρό, αυτόν που έκοβε τραύματα, καυτηρίαζε αποστήματα και έραβε σπαθιές. Στο πλάι του, ανάμεσα στα εργαλεία του, υπήρχαν και οι οδοντάγρες, χάλκινες ή σιδερένιες λαβίδες με ανατομικά καμπύλες σιαγόνες, σχεδιασμένες ειδικά για να πιάνουν δόντι.Από τον πέμπτο αιώνα π.Χ., ο Ιπποκράτης είχε γράψει ένα ολόκληρο κείμενο για τα δόντια, το Περί Οδοντοφυΐας. Περιέγραφε τη σειρά με την οποία βγαίνουν τα παιδικά δόντια, μιλούσε για τις φλεγμονές των ούλων, για τα αποστήματα. Έναν αιώνα αργότερα, ο Αριστοτέλης ασχολήθηκε με την ανατομία των οδόντων στο Περί Ζώων Μορίων. Έπεσε, βέβαια, και σε ένα από τα διασημότερα λάθη της ιστορίας της επιστήμης, υποστήριξε ότι οι άνδρες έχουν περισσότερα δόντια από τις γυναίκες, χωρίς προφανώς να μπει στον κόπο να μετρήσει.
Όταν ένας ασθενής της κλασικής Αθήνας έφτανε στον γιατρό με πονόδοντο, οι επιλογές του ήταν λίγες αλλά συγκεκριμένες. Για τον πόνο, εκχυλίσματα από παπαρούνα, οπός μήκωνος, ή μανδραγόρας, φυτά με ισχυρή αναλγητική και ναρκωτική δράση. Για το απόστημα, πυρακτωμένο σίδερο, καυτηριασμός. Για το δόντι που δεν σωζόταν, η οδοντάγρα. Για το δόντι που κουνιόταν αλλά μπορούσε ακόμα να σωθεί, εκείνο το χρυσό σύρμα.
Τα ευρήματα από την Ερέτρια και την Τανάγρα δείχνουν ανθρώπους που έζησαν τους τελευταίους μήνες ή χρόνια της ζωής τους με τα δόντια τους δεμένα σε μικρές χρυσές γέφυρες. Η τεχνική, σύμφωνα με τους ερευνητές, ήρθε πιθανώς από τους Ετρούσκους της Ιταλίας, οι οποίοι είχαν αναπτύξει εντυπωσιακή οδοντοπροσθετική παράδοση πολύ νωρίτερα. Είναι μία από εκείνες τις περιπτώσεις όπου το αρχαίο Αιγαίο μαθαίνει από τους γείτονές του, χωρίς να το φωνάζει.
Όμως, τι γίνεται με όλους τους άλλους ανθρώπους, εκείνους που δεν είχαν χρυσάφι; Εδώ μπαίνουν τα κόκαλα. Όταν οι ανθρωπολόγοι μελέτησαν σκελετούς από την κλασική Αθήνα, αποκάλυψαν μια εικόνα που μοιάζει αντίστροφη από τη δική μας. Σχεδόν όλοι είχαν τρυγία, την πέτρα δηλαδή που μαζεύεται γύρω από τα δόντια. Πολλοί είχαν περιοδοντίτιδα, φλεγμονή των ούλων που τρώει τα οστά γύρω από τη ρίζα. Αλλά τερηδόνα, εκείνη τη μαύρη μικρή τρύπα που μας στέλνει σήμερα στον οδοντίατρο, είχαν πολύ λιγότερη.
Ο λόγος είναι απλός και αποκαλυπτικός.
Δεν υπήρχε ζάχαρη. Όχι επεξεργασμένη, τουλάχιστον. Το γλυκό τους ήταν το μέλι, τα φρούτα, τα σύκα. Χωρίς ραφιναρισμένα σάκχαρα, τα βακτήρια που προκαλούν τερηδόνα δεν είχαν την εύκολη τροφή που έχουν σήμερα.
Αντί γι’ αυτό, τα δόντια τους έτριβαν σε κάτι άλλο. Στο αλεύρι. Οι μυλόπετρες της εποχής έφθειραν τους εαυτούς τους κατά την άλεση και άφηναν στο αλεύρι μικροσκοπικά λιθικά υπολείμματα. Κάθε ψωμί ήταν, στην ουσία, ένα κομμάτι ψωμί με αόρατη πέτρα μέσα. Το αποτέλεσμα φαίνεται καθαρά στους σκελετούς, οι μασητικές επιφάνειες των δοντιών είναι λειασμένες σαν να τις είχε περάσει σμυριδόπανο.
Για την καθημερινή φροντίδα, τα στοιχεία γίνονται πιο θολά. Οδοντόβουρτσα δεν είχαν, τουλάχιστον καμία δεν έχει βρεθεί.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι πιθανώς χρησιμοποιούσαν σκόνες, τα λεγόμενα οδοντοτρίμματα, φτιαγμένα από ελαφρόπετρα, θρυμματισμένα κοχύλια ή ακόμα και από καμένα μικρά ζώα όπως κεφάλι λαγού ή ποντικού.
Συνταγές τέτοιου είδους σώζονται κυρίως από μεταγενέστερους συγγραφείς, όπως ο Διοσκουρίδης, που αντλούν όμως από την ελληνική παράδοση. Για την εφαρμογή, η επικρατούσα υπόθεση είναι ότι έτριβαν τα δόντια με ένα κομμάτι λινό ύφασμα ή απλώς με το δάχτυλο.
Αυτή είναι η ολόκληρη εικόνα. Μια κοινωνία που γνώριζε αρκετά για να επεμβαίνει όταν κάτι πήγαινε στραβά, αλλά πολύ λίγα για να το αποτρέψει.
Τι ξέρουμε, τι παραμένει ανοιχτό
Ξέρουμε με βεβαιότητα ότι οι αρχαίοι Έλληνες έκαναν εξαγωγές δοντιών, αντιμετώπιζαν αποστήματα με καυτηριασμό και σταθεροποιούσαν δόντια με χρυσό σύρμα. Το ξέρουμε επειδή έχουμε και τα κείμενα που το περιγράφουν και τα ίδια τα ευρήματα στους τάφους.
Ξέρουμε, επίσης, ότι η εικόνα που έχουμε είναι μεροληπτική. Ο χρυσός σώζεται, το ξύλο σαπίζει. Ένας πλούσιος Ερετριεύς αφήνει πίσω του χρυσή οδοντική γέφυρα, ένας αγρότης από την Αρκαδία αφήνει πίσω του φθαρμένα δόντια και τίποτα άλλο. Όσα ξέρουμε για τη φροντίδα των δοντιών στην αρχαιότητα, τα ξέρουμε κυρίως μέσα από τα μάτια της ελίτ.
Παραμένει ανοιχτό αν χρησιμοποιούσαν κάτι σαν οδοντόβουρτσα από ξύλο ή φυτικές ίνες που απλώς δεν διασώθηκε. Παραμένει ανοιχτή και η ακριβής σύνθεση των οδοντοτριμμάτων στην κλασική περίοδο, αφού οι περισσότερες συνταγές που έχουμε είναι αρκετά μεταγενέστερες.
Γιατί έχει σημασία σήμερα
Η αρχαία οδοντική εικόνα μάς θυμίζει κάτι που εύκολα ξεχνάμε. Η τερηδόνα, το πιο διαδεδομένο πρόβλημα της σύγχρονης στοματικής υγείας, είναι σε μεγάλο βαθμό αρρώστια του τρόπου ζωής μας, της ζάχαρης που έχουμε γεμίσει την καθημερινότητά μας.
Αντίστροφα, οι αρχαίοι αντιμετώπιζαν φθορές που εμείς σπάνια βλέπουμε, ακριβώς επειδή το φαγητό τους ήταν τραχύ και ανεπεξέργαστο. Κάθε εποχή έχει τα δόντια που της αξίζουν, και αυτό λέει πολλά για τη διατροφή της.
Έρευνα & Επιμέλεια: Δ. Αντωνόπουλος
© Chronos Research Protocol
Αν το περιεχόμενο σας φάνηκε χρήσιμο, στηρίξτε το με μια ❤️ και μοιραστείτε το, ώστε να φτάσει σε περισσότερους αναγνώστες.
Βιβλιογραφία και πηγές
Angel, J. Lawrence. The People of Lerna: Analysis of a Prehistoric Aegean Population. Smithsonian Institution Press, 1971.
Becker, Marshall Joseph. “Etruscan and Archaic Greek Dentistry: Gold Pontics as the Earliest Form of Dental Prosthetics.” Journal of Dental Research, 2002.
Από το ksipnistere

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου