Νεκτάριος Δαπέργολας
Αἷμα πάνω στό αἷμα. Ὕβρις πάνω στήν ὕβρι. Ἀποτροπιασμός πάνω στόν ἀποτροπιασμό. Τραγικά ἀνίδεοι καί ἀνυποψίαστοι συνεχίζουμε πάντα νά κουτρουβαλᾶμε στόν κατήφορο. Τήν ὥρα ποῦ τά μαῦρα σύννεφα πυκνώνουν στόν πνευματικό οὐρανό τῆς πατρίδας μας, τήν ὥρα πού θά ἔπρεπε νά θρηνοῦμε νυχθημερόν γιά τά τρομακτικά χάλια μας, ἐμεῖς δυστυχῶς πράττουμε τό ἀκριβῶς ἀντίθετο. Μέ ἀδιανόητα αὐτοκαταστροφική καί ἀπονενοημένη λύσσα.
Τά πρόσφατα γεγονότα τῆς Θεσσαλονίκης ἔδειξαν γιά μία ἀκόμη φορά ὅτι βρισκόμαστε στά βάθη
μίας δαιμονικῆς ζούγκλας. Στό ἔσχατο σημεῖο μιᾶς μακρόχρονης κατηφορικῆς πορείας ἐκφυλισμοῦ. Παραδομένοι ἐδῶ καὶ δεκαετίες στὸν βοῦρκο τῆς σαρκικῆς ἀποκτήνωσης, τῆς ἀποστασίας ἀπὸ τὸν Θεό, τῆς ἀλαζονικῆς ἀπόρριψης τοῦ θελήματός Του, τῆς νοθευμένης πίστης, τῆς ἐμμονικῆς ἀμετανοησίας. Συνειδητοὶ πλέον ἔνοικοι τοῦ βόρβορου, προδότες τῶν προγόνων μας, ἀνάξιοι τῆς ἁγιοτόκου πατρίδας, κουφοὶ καὶ τυφλοὶ χάσκακες μπροστὰ στούς βαρεῖς πνευματικούς νόμους πού ἐνεργοποιεῖ ἡ θλιβερή μας ὕπαρξη.Καί συνεχίζουμε νυχθημερόν, ἀνάλγητοι καί προπετεῖς, μέ φρίκη πάνω στήν φρίκη, ὄνειδος πάνω στό ὄνειδος. «Καὶ ἐμίγησαν ἐν τοῖς ἔθνεσι καὶ ἔμαθον τὰ ἔργα αὐτῶν· καὶ ἐδούλευσαν τοῖς γλυπτοῖς αὐτῶν καὶ ἐγενήθη αὐτοῖς εἰς σκάνδαλον· καὶ ἔθυσαν τοὺς υἱοὺς αὐτῶν καὶ τὰς θυγατέρας αὐτῶν τοῖς δαιμονίοις καὶ ἐξέχεαν αἷμα ἀθῷον, αἷμα υἱῶν αὐτῶν καὶ θυγατέρων. Καὶ ἐφονοκτονήθη ἡ γῆ ἐν τοῖς αἵμασι καὶ ἐμιάνθη ἐν τοῖς ἔργοις αὐτῶν καὶ ἐπόρνευσαν ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν αὐτῶν» (Ψάλμ. 105). Ποιό τμῆμα ἀπό τόν παραπάνω ψαλμικό στίχο δέν ταιριάζει ἄραγε στήν δική μας σημερινή κατάντια;
Καί κανείς δέν ἔχει δικαίωμα νά ἐκπλήσσεται βέβαια, βλέποντας τί γίνεται σήμερα μέσα στά φερόμενα ὡς ἑλληνικά σχολεῖα ἤ τήν ἀπερίγραπτη πνευματική κατάντια τῆς ἑλληνικῆς οἰκογένειας, πού κατά κύριο λόγο ἐκκολάπτει πλέον τυφλή σαρκολατρεία, εὐδαιμονιστική φρίκη, ἀρρωστημένο δικαιωματισμό, βλασφημία καί χυδαιότητα, χλεύη καί ἐμπάθεια ἀπέναντι σέ κάθε ἠθική ἀξία. Οὔτε ἔχει κανείς τό δικαίωμα νά μένει ἄναυδος, λές καί ξύπνησε χτές, γιά τό ἀνατριχιαστικό μῖσος πού κλιμακώνεται στούς δρόμους, γιά τήν τυφλή βία, τήν διεστραμμένη ἐγκληματικότητα, τήν πλήρη ἀπαξίωση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.
Γιατί πολύ ἁπλᾶ τό δαιμονικό σαράκι κατατρώει ἐδῶ καί πολλές δεκαετίες τό κορμί τῆς πάλαι ποτέ φωτεινῆς πατρίδας. Καί εἰδικά αὐτό τό ἀπόλυτο πνευματικό ξεχαρβάλωμα τῶν τελευταίων 50 χρόνων, μέ τήν ἐπέλαση τοῦ ψευτοπροδευτισμοῦ καί τῆς «ἐκσυγχρονιστικῆς» παράνοιας, εἶναι ἤδη πολύς καιρός πού ξεβράζει μέσα ἀπό τόν δυσώδη νεοελληνέζικο ὑπόνομο τά βρωμερά του ἐπίχειρα. Ὅλη αὐτή τήν σύγχυση, τήν παράκρουση καί τήν λοβοτομή πού ἔχει ὑποστεῖ μαζικά ὁ λαός μας. Τήν πραγματικά τρομακτική εὐκολία μέ τήν ὁποία καταπίνει ἐδῶ καί χρόνια ἀμάσητη ὅλη τήν ἄθλια θεματολογία τήν ὁποία ἔχουν πλέον ἐμπεδώσει οἱ ἰνστρούχτορες τῆς Νέας Τάξης καί τά ντόπια γιουσουφάκια τους.
Τήν λυσσασμένη βουλιμία μέ τήν ὁποία καταπίνει ὅλα τά ὑποβολιμαῖα σκουπίδια τῆς ἀθεϊστικῆς θολοκουλτούρας, τῆς νεοεποχίτικης συγκρητιστικῆς θρησκευτικῆς ἰσοπέδωσης, τοῦ βέβηλου χλευασμοῦ πρός ὁτιδήποτε θυμίζει πατρίδα καί ὀρθόδοξη πίστη, τῆς ζηλωτικῆς προάσπισης κάθε εἴδους ἀνωμαλίας καί ἄρρωστης διαστροφῆς ὡς αὐτονόητης, ἐν ὀνόματι μιᾶς κάποιας δῆθεν δημοκρατίας καί μιᾶς κάποιας ἐγκάθετης ψευτοπροόδου. Ὅλη αὐτή τή σύγχυση, τήν παράκρουση καί τή λοβοτομή πού ἔχουμε ὑποστεῖ μαζικά. Καί χωρίς νά ἀχνοφαίνεται βέβαια οὔτε ἴχνος ἔστω ἐπίγνωσης τοῦ βούρκου μέσα στόν ὁποῖο βουλιάζουμε.
Γιατί τόν συνηθίσαμε καί τόν λατρέψαμε πιά τόν βοῦρκο καί δείχνει ἀδύνατο νά ζήσουμε μακριά ἀπό τίς ἀναθυμιάσεις του. «Ἐπαχύνθη γὰρ ἡ κάρδία τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ τοῖς ὠσὶ βάρέως ἤκουσαν, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐκάμμυσαν, μήποτε ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ τοῖς ὠσὶν ἀκούσωσι καὶ τῇ καρδίᾳ συνῶσι καὶ ἐπιστρέψωσι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς» (Μάτθ. 13,15). Τί ἀπό τήν φράση αὐτή, πού βγῆκε κάποτε ἀπό τά χείλη τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ γιά τόν τυφλωμένο καί πωρωμένο Ἰσραήλ τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, δέν συνάδει ἄραγε καί δέν ἀντανακλᾶ μέ ἀνατριχιαστική ἐνάργεια καί τήν δική μας σημερινή κατάντια;
Ἐξαρτημένοι πιά καί ἀπολύτως ἐθισμένοι μέ τόν βόρβορο, ἀρνούμαστε πεισματικά νά ἀντιληφθούμε ποῦ βουλιάζουμε, ποιά τρομακτική λαίλαπα ἔρχεται κατά πάνω μας καί φυσικά ποιός εἶναι ὁ μόνος δρόμος πού μπορεῖ νά μᾶς βγάλει ἀπό τό σκοτάδι. Καί ἀσφαλῶς ἐπιμένουμε πεισματικά στήν ἐξαχρείωση καί τήν κραιπάλη, φορτώνοντας τόν βόρβορο καί μέ νέες συνεχῶς πηγές δυσωδίας. Τό ἀντίχριστο σύστημα ἔχει ἐπικρατήσει, ἡ νεοεποχίτικη θεματολογία καί ὁρολογία εἶναι πιά (θεσμικά καί οὐσιαστικά) κυρίαρχες, κάθε παρέκκλιση ἀπό τόν συρμό καί ἀπό τό μαζικό νεκροζώντανο κοπάδι λοιδωρεῖται καί ἐξουθενώνεται ὡς γραφική ἤ σκοταδιστική. Ὄχι μόνο ἀπό τά βοθροκάναλα καί τά λοιπά ὀργανωμένα χαλκεῖα τῆς διαστρέβλωσης. Ἀλλά δυστυχῶς καί ἀπό τήν συντριπτική πλειονότητα τῆς κοινῆς γνώμης.
Βεβαίως, ἐννοεῖται, ὄχι ἀπό ὅλους. Προφανῶς καί δέν πρέπει νά γενικεύουμε ἰσοπεδωτικά, γιατί εἶναι βέβαιο πώς ὑπάρχουν, πώς ἔχουν ἀπομείνει καί ἀρκετοί ἀκόμη σέ αὐτόν τόν τόπο πού αἰσθάνονται καί ζοῦν διαφορετικά. ‘Υπάρχουν ἄνθρωποι ἐν μετανοίᾳ, ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού προσεύχονται. Δέν ξέρουμε ὅμως πόσοι εἶναι αὐτοί καί κυρίως ἄν ἐπαρκοῦν (σάν τούς ἐπιποθούμενους δέκα των Σοδόμων), γιά νά ἀποτραπεῖ ἡ καταβαράθρωση καί ὁ ὁλοκληρωτικός μας ὄλεθρο. Αὐτό ἄλλωστε μόνο ὁ Θεός τό γνωρίζει. Καί Ἐκεῖνος εἶναι μόνο πού θά κρίνει τελικά.
Στό ἀπροσμέτρητο ἔλεός Του λοιπόν ἀποκλειστικά ἐλπίζουμε. Ἵνα «μή ὀργισθεῖ ἡμῖν σφόδρα» καί ἵνα «μή μνησθεῖ τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν». Στό ἔλεός Του - καί συνάμα στίς ἀτελεύτητες πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας Μητέρας Του καί ὅλων τῶν Ἁγίων. Αὐτό, ὡστόσο, εἶναι μία διαφορετική ἱστορία, πού ἀνθρωπίνως δέν μπορεῖ νά προσμετρηθεῖ, οὔτε βέβαια καί νά προεξοφληθεῖ. Ἀντίθετα, ἡ γενική εἰκόνα πού ἀνθρωπίνως προκύπτει - ἡ εἰκόνα πού αἰσθητά καί ὁρατά βγαίνει μέσα ἀπ’ ὅλα ὅσα ἐκτυλίσσονται νυχθημερόν γύρω μας - δέν μοιάζει δυστυχῶς μέ εἰκόνα ἑνός λαοῦ πού μαθαίνει ἀπό τά παθήματά του, πού διδάσκεται ἀπό τίς δοκιμασίες του, πού δείχνει σημάδια ἀνάνηψης καί μεταστροφῆς. Ἀλλά μοιάζει μέ εἰκόνα πού μέρα μέ τή μέρα γίνεται ὁλοένα καί πιό ζοφερή, ὅλο καί πιό σπιλωμένη ἀπό τή λάσπη τῆς ἀνοησίας, τῆς ἀθλιότητας, τῆς δαιμονικῆς χυδαιότητας, τῆς ἑωσφορικῆς ἀμετανοησίας.
Καί πού φέρνει μοιραῖα στό μυαλό κάτι ὄχι ἱλαρό καί ἐλπιδοφόρο, ἀλλά ἀγωνιῶδες καί σκοτεινό. Ἴσως καί τίποτε παραπάνω ἐν τέλει ἀπό τόν τόσο πικρό ἐκεῖνο στίχο τῆς μεγαλοβδομαδιάτικης ὑμνολογίας: «Λαός δυσσεβής καί παράνομος, ἵνα τί μελετᾶ κενά»;
Από το aktines
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου