Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

ΤΟ ΚΟΜΠΛΕΞ ΚΑΤΩΤΕΡΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΔΥΣΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΙΣ ΕΝΔΟΞΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ”

 “Αποπλεύσαμε από τη Βενετία στις 25 Αυγούστου και φτάσαμε στην Κωνσταντινούπολη στις 17 Σεπτεμβρίου. Δεν μας στεναχωρεί να γράψουμε με ποιον τρόπο απίστευτο και θαυμάσιο μας υποδέχθηκαν”.

Ο Λιουτπράνδος της Κρεμώνας ήταν διπλωμάτης και ανέλαβε την πρώτη του διπλωματική αποστολή στην Κωνσταντινούπολη το 949 μ.Χ. επί βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου. Στο σύγγραμμά του “Ανταπόδοσις” δεν μένει μόνο στον “απίστευτο και θαυμάσιο” τρόπο υποδοχής, αλλά,

αποσβολωμενος, καταγράφει πράγματα, μέσα από την αίθουσα του θρόνου, που δεν μπορούσε να φανταστεί ότι υπήρχαν.

“Υπάρχει στην Κωνσταντινούπολη ένα μέγαρο, κολλητό στο παλάτι, θαυμάσιο για το μέγεθος και την ομορφιά του, που οι Έλληνες αποκαλούν Μαγναύρα, σχεδόν magna aura (μέγα χρυσό)”.

Ο Λιουτπράνδος οδηγείται μπροστά στον θρόνο του αυτοκράτορα. Η αίθουσα είναι πολύ μεγάλη, πολύ ψηλή και σχεδόν άδεια. Ο διπλωμάτης περιγράφει:

“Μπροστά στο κάθισμα ήταν ένα μπρούτζινο αλλά επισχρυσωμένο δέντρο, τα κλαδιά τού οποίου ήταν γεμάτα με επίσης μπρούτζινα κι επιχρυσωμένα πουλιά διαφόρων ειδών, που κελαηδούσαν το καθένα με τον τρόπο του”.

Διαβάζοντας κάτι τέτοιο, ο σημερινός αναγνώστης πέφτει από τα σύννεφα. Διότι η ιδέα που έχουμε σήμερα για τους περασμένους αιώνες, ειδικότερα για τον Μεσαίωνα, είναι πολύ κακή. Οι περισσότεροι δεν έχουν υπόψη τους ότι η κατασκευή αυτόματων μηχανών ανάγεται σε χιλιάδες χρόνια πριν.

Οι βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν τέτοιους μηχανισμούς για να εντυπωσιάζουν και να δημιουργούν δέος στους ξένους διπλωμάτες. Προβάλλοντας έτσι τον “ανώτερο πολιτισμό της αυτοκρατορίας”, έθεταν αμέσως τους όρους τους και ο ξένος διπλωμάτης γνώριζε εξ αρχής ότι απέναντί του βρισκόταν κάτι που τον υπερβαίνει.

“Ο θρόνος τού αυτοκράτορα ήταν τοποθετημένος με τόση δεξιοτεχνία που σε μια στιγμή φαινόταν να στέκεται επάνω στο πάτωμα και αμέσως μετά ψηλά και ύστερα ακόμη πιο μεγαλοπρεπής. Τον φρουρούσαν, που λέει ο λόγος, δύο τεράστια λιοντάρια, δεν ξέρω αν ήταν μπρούτζινα ή ξύλινα, αλλά καλυμμένα με χρυσάφι, που χτυπούν την ουρά τους χάμω, ανοίγουν το στόμα τους και βρυχώνται κουνώντας τις γλώσσες τους”.

Με την άφιξη του Λιουτπράνδου τα λιοντάρια βρυχήθηκαν και τα πουλιά κελάηδησαν, αλλά ο ίδιος επισημαίνει ότι δεν αισθάνθηκε φόβο, επειδή κάποιος τον είχε προειδοποιήσει τι επρόκειτο να συναντήσει. Τώρα, θα έπρεπε να προσκυνήσει τον αυτοκράτορα.

“Ξάπλωσα μπρούμυτα τρεις φορές και προσκύνησα τον αυτοκράτορα. Σήκωσα το κεφάλι μου κι εκείνος που πριν είχα δει να κάθεται κάπως πιο ψηλά από το δάπεδο, τον είδα τώρα να φορά άλλα ρούχα και να στεκέται κοντά στο ταβάνι. Δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς συνέβαινε αυτό, παρά μόνο πως τον ανύψωσε μέχρι εκεί κάποιο εργαλείο, με το οποίο σηκώνουν τους κορμούς στα πιεστήρια”.

Ο Λιουτπράνδος βλέπει τώρα πράγματα που του είναι αδύνατον να κατανοήσει πώς συμβαίνουν: ο θρόνος ανυψώνεται και χαμηλώνει, ο αυτοκράτορας αλλάζει ρούχα μέσα σε δευτερόλεπτα. Θαυμάσια τρικ! Ο ένας μπρούμυτα στο έδαφος, ο άλλος στο ταβάνι. Τεράστια απόσταση, που καθιστούσε την όποια συνομιλία τους αδύνατη και περιττή.

Πολλά χρόνια αργότερα, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Νικηφόρος Φωκάς, ο Λιουτπράνδος έκανε και μια δεύτερη επίσκεψη στην Κωνσταντινούπολη, εντυπώσεις από την οποία κατέγραψε στο έργο του “De Legatione Constantinopolitana”. Σε αυτό το κείμενο ο Λιουτπράνδος μιλάει με τα χειρότερα λόγια για τους Βυζαντινούς και τον αυτοκράτορα.

“Ο Βασιλιάς των Ελλήνων είναι μαλλιαρός, φοράει χλαμύδα με μακριά μανίκια και γυναικείο μανδύα, είναι ψεύτης, απατεώνας, αδυσώπητος, πονηρή αλεπού, υπερόπτης, ψευδοταπεινόφρων, τσιγκούνης, πλεονέκτης, τρώει σκόρδο, κρεμμύδια και πράσα και πίνει βάλνιον”.

Το πιο αστείο είναι ότι ο Λιουτπράνδος κατηγορεί τον βασιλιά για σκορδοφαγία και κρεμμυδοφαγία. Λιγότερο αστείο είναι που τον κατηγορεί για απλυσιά, θηλυπρέπεια (θεωρείτο κακό αυτό για αυτοκράτορα), πονηριά και αναξιοπιστία. Καθόλου αστείο, όμως, δεν είναι που τον ονομάζει “Βασιλιά των Ελλήνων” και όχι των Ρωμαίων.

Αντίθετα, ο Βασιλιάς των Φράγκων, γράφει αμέσως μετά ο Λιουτπράνδος, είναι καλοκουρεμένος, δεν φοράει γυναικεία ρούχα, δεν εξαπατά, δεν τρώει σκόρδο και κρεμμύδια.
Έχει φάει κόλλημα με τα σκόρδα και τα κρεμμύδια ο Λιουτπράνδος. Ήδη νωρίτερα στο κείμενο δυσφορεί που ο αυτοκράτορας τον διέταξε να συμμετάσχει σε δείπνο, το οποίο, όπως γράφει, “βρομούσε σκόρδο και κρεμμύδι, λιγδιασμένο με ελαιόλαδο και ψαρόσαλτσες”.

Το “De Legatione Constantinopolitana” είναι ένα κείμενο χωρίς ιδιαίτερη ιστορική αξία, αλλά μελετάται για το αντιβυζαντινό του μένος. Είναι ένα κείμενο περισσότερο ιδεολογικό, την ώρα που οι διαφορές Ανατολής και Δύσης ήταν πια χαώδεις.
————————–
Όλα τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο: Λιουτπράνδος της Κρεμώνας, “Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη τού Νικηφόρου Φωκά”, μτφρ. Δημήτρης Δεληολάνης, εκδ. Στοχαστής, 2015

Υ.Γ Στο βιβλίο αυτό διαφαίνονται ξεκάθαρα δύο πράγματα. Πρώτον η πηγή του κόμπλεξ των δυτικών έναντι των Ελλήνων που ξεκινάει από τότε. Δεύτερον η παραδοχή του ίδιου του βάρβαρου διπλωμάτη πως είχε να κάνει με Έλληνες, παρά την αισχρή προπαγάνδα κατά των Βυζαντινών από κυρίως δυτικά κέντρα εκπαίδευσης και πολιτισμικής εξουσίας.
 
Ωστόσο δεν πρέπει να ξεγελιόμαστε,οι όροι έχουν αντιστραφεί και δυστυχώς πλέον έχουμε κόμπλεξ εμείς απέναντι στην δύση, ένας από τους βασικούς λόγους βέβαια είναι ότι αγνοούμε επιδεικτικά την ιστορία των ενδόξων προγόνων μας..

Από το ksipnistere

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου