Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Ο Όνειρος και οι Όνειροι στην Αρχαία Ελληνική Μυθολογία: Θεϊκοί Αγγελιοφόροι και Απατηλά Φάσματα

 1. Γενεαλογία και Καταγωγή: Η Γέννηση από το Σκοτάδι

Σύμφωνα με την αρχαιότερη και πιο αξιόπιστη θεογονική πηγή, τη «Θεογονία» του Ησιόδου (8ος-7ος αι. π.Χ.), τα Όνειρα δεν ήταν απλά φαινόμενα της νύχτας, αλλά αυθεντικές θεότητες. Ο Όνειρος (ως προσωποποίηση) ή το φυλον Ονείρων (το γένος των Ονείρων) γεννήθηκαν από τη Νύκτα (Νύχτα) με παρθενογένεση, χωρίς την παρεμβολή αρσενικού στοιχείου. Είναι, επομένως, άμεσα αδέλφια του Ύπνου, του Θανάτου, αλλά και σκοτεινών δυνάμεων όπως ο Μόρος (η καταδίκη) και οι

Κήρες.

Απο το arxaiaellinika.gr

Αρχαίο Κείμενο (Ησίοδος, Θεογονία, στίχοι 211-212): «Νύξ δ’ έτεκε στυγερόν τε Μόρον καί Κηρα μέλαιναν καί Θάνατον, τέκε δ’ Ύπνον, έτικτε δέ φυλον Ονείρων.»

Απόδοση: Η Νύχτα γέννησε τον μισητό Μόρο και τη μαύρη Κήρα και τον Θάνατο, γέννησε τον Ύπνο, και έφερε στον κόσμο το γένος των Ονείρων.

Σε μεταγενέστερες πηγές, όπως η ελληνιστική και κατόπιν η ρωμαϊκή παράδοση, οι Όνειροι παρουσιάζονται συχνά ως γιοι του Ύπνου και της αγαπημένης του Πασιθέης (μίας από τις Χάριτες), κατοικώντας στα πιο βαθιά και σκοτεινά έγκατα του κόσμου.

2. Η Κατοικία τους: Ο «Δήμος Ονείρων» και οι Δύο Πύλες

Ο Όμηρος στην «Οδύσσεια» περιγράφει με μυθολογική γεωγραφική ακρίβεια τον τόπο κατοικίας των Ονείρων. Βρίσκονται στην άκρη του κόσμου, πέρα από τον παγκόσμιο Ωκεανό, κοντά στις πύλες όπου δύει ο Ήλιος και στα σύνορα με τον κόσμο των νεκρών. Εκεί βρίσκεται ο Δήμος Ονείρων (η πολιτεία/χώρα των Ονείρων, Οδύσσεια ω 12).

Το πιο διάσημο, όμως, απόσπασμα σχετικά με τη λειτουργία των Ονείρων βρίσκεται στη ραψωδία τ της Οδύσσειας. Εκεί, η Πηνελόπη εξηγεί στον μεταμφιεσμένο Οδυσσέα ότι τα όνειρα χωρίζονται σε δύο αυστηρές κατηγορίες: τα αληθινά / προφητικά (που βγαίνουν από μια κεράτινη πύλη) και τα απατηλά / ψεύτικα (που βγαίνουν από μια ελεφάντινη).

Αρχαίο Κείμενο (Όμηρος, Οδύσσεια, ραψωδία τ, στίχοι 562-567): «δοιαί γάρ τε πύλαι αμενηνων εισίν ονείρων· αι μέν γάρ κεράεσσι τετεύχαται, αι δ᾽ ελέφαντι· των οί μέν κ᾽ έλθωσι διά πριστου ελέφαντος, οί ρ᾽ ελεφαίρονται, έπε᾽ ακράαντα φέροντες· οί δέ διά ξεστων κεράων έλθωσι θύραζε, οί ρ᾽ έτυμα κραίνουσι, βροτων ότε κέν τις ίδηται.»

Απόδοση: Γιατί δύο είναι οι πύλες των αμυδρών ονείρων· η μία είναι φτιαγμένη από κέρατο και η άλλη από ελεφαντόδοντο. Όσα όνειρα έρχονται μέσα από το πριονισμένο ελεφαντόδοντο, αυτά απατούν (ελεφαίρονται), φέρνοντας λόγια που δεν βγαίνουν αληθινά· Όσα όμως βγαίνουν από το στιλβωμένο κέρατο, αυτά εκπληρώνονται (κραίνουσι), όταν κάποιος θνητός τα δει.

Εδώ ο Όμηρος δημιουργεί ένα εξαιρετικό λογοπαίγνιο: Το ελεφαντόδοντο (ελέφας) συσχετίζεται ηχητικά και ετυμολογικά με το ρήμα ελεφαίρομαι (ξεγελώ, απατώ). Το κέρατο (κέρας) συσχετίζεται με το ρήμα κραίνω (εκπληρώνω, κάνω κάτι αληθινό).


3. Ο «Ουλος Όνειρος»: Το Καταστροφικό Όνειρο της Ιλιάδας

Στο Έπος της Ιλιάδας συναντάμε την ξεκάθαρη λειτουργία του Ονείρου ως υποχείριου και αγγελιοφόρου των μεγάλων Θεών. Στη ραψωδία Β της Ιλιάδας, ο Δίας, θέλοντας να βοηθήσει τον Αχιλλέα, αποφασίζει να ξεγελάσει τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα δίνοντάς του ψεύτικες ελπίδες νίκης. Για τον σκοπό αυτό, δεν του στέλνει μια εσωτερική σκέψη, αλλά καλεί έναν συγκεκριμένο δαίμονα: τον Ουλο Όνειρο (δηλαδή το ολέθριο, το καταστροφικό όνειρο).

Αρχαίο Κείμενο (Όμηρος, Ιλιάδα, ραψωδία Β, στίχοι 8-10): «βάσκ’ ίθι, ουλε όνειρε, θοάς επί νηας Αχαιων· ελθών ες κλισίην Αγαμέμνονος Ατρείδαο πάντα μάλ’ ατρεκέως αγορευέμεν ως επιτέλλω·»

Απόδοση: Πήγαινε τώρα, ολέθριε Όνειρε, στα γρήγορα καράβια των Αχαιών· και πηγαίνοντας στη σκηνή του Αγαμέμνονα, γιου του Ατρέα, να του τα πεις όλα με ακρίβεια, ακριβώς όπως σε προστάζω.

Ο Όνειρος υπακούει τυφλά. Μεταβαίνει στη σκηνή του Αγαμέμνονα, παίρνει τη μορφή του σεβάσμιου γέροντα Νέστορα και στέκεται πάνω από το κεφάλι του βασιλιά (στίχος 20: «στη δ᾽ άρ᾽ υπέρ κεφαλης»). Αυτό αποτελεί τυπικό αρχαιοελληνικό μοτίβο: Ο άνθρωπος δεν «βλέπει» το όνειρο μέσα στο μυαλό του, αλλά το Όνειρο τον επισκέπτεται ως φυσική, αέρινη οντότητα και στέκεται από πάνω του για να του μιλήσει.

4. Οι Τρεις Κύριοι Όνειροι: Μορφέας, Φοβήτωρ, Φάντασος

Η πιο αναλυτική περιγραφή των ειδών των Ονείρων, την οποία η αρχαιοελληνική μυθολογική παράδοση κληροδότησε στη ρωμαϊκή, διασώζεται από τον Λατίνο ποιητή Οβίδιο (ο οποίος αντλεί από χαμένα ελληνιστικά έργα) στο έργο του «Μεταμορφώσεις» (βιβλίο 11).

Εκεί αναφέρεται πως ο Ύπνος είχε χίλιους γιους (το φύλο των Ονείρων), αλλά τρεις από αυτούς ξεχώριζαν και επισκέπτονταν μόνο βασιλιάδες και ηγεμόνες:

Ο Μορφεύς (Μορφέας): Ο αρχηγός των Ονείρων. Ήταν ο ειδικός στο να παίρνει τέλεια την ανθρώπινη μορφή (μορφή -> Μορφέας). Αντέγραφε με απόλυτη πιστότητα το πρόσωπο, τη φωνή, τα ρούχα, ακόμη και τον τρόπο ομιλίας οποιουδήποτε θνητού.

Ο Ίκελος ή Φοβήτωρ: Οι θεοί τον ονόμαζαν Ίκελο (αυτόν που «μοιάζει»), αλλά οι θνητοί τον έτρεμαν και τον αποκαλούσαν Φοβήτορα (αυτόν που φέρνει τον φόβο). Ειδικότητά του ήταν να μεταμορφώνεται σε άγρια ζώα, ερπετά και τέρατα. Ήταν η απόλυτη προσωποποίηση του εφιάλτη.

Ο Φάντασος: Η θεότητα της φαντασίωσης. Η δική του αποστολή ήταν να παίρνει τη μορφή άψυχων αντικειμένων. Μέσα στα όνειρα γινόταν δέντρο, βράχος, χώμα, τρεχούμενο νερό ή οποιοδήποτε άλλο άψυχο στοιχείο του περιβάλλοντος.

5. Η Χθόνια Καταγωγή: Τα Μαυροφτερούγα Παιδιά της Γης

Ενώ ο Ησίοδος θεωρούσε τα Όνειρα παιδιά της Νύχτας, ο μεγάλος τραγικός ποιητής Ευριπίδης (5ος αι. π.Χ.) τους δίνει μια ακόμα πιο σκοτεινή, χθόνια προέλευση. Στην τραγωδία του, θεωρεί τα Όνειρα παιδιά της ίδιας της Γαίας (της μάνας Γης), που αναδύονται από τα έγκατά της με μαύρα φτερά για να προειδοποιήσουν τους ανθρώπους.

Αρχαίο Κείμενο (Ευριπίδης, «Εκάβη», στίχοι 70-72): «ω πότνια Χθών, μελανοπτερύγων μητερ ονείρων, αποπέμπομαι έννυχον όψιν…»

Απόδοση: Ω, σεβάσμια Γη, εσύ που είσαι η μητέρα των μαυροφτερούγων ονείρων, ξορκίζω (διώχνω μακριά) το νυχτερινό όραμα…

Εδώ βλέπουμε ξεκάθαρα την πεποίθηση πως τα όνειρα έφεραν φτερά (όπως και ο αδελφός τους, ο Ύπνος) για να πετούν γρήγορα μέσα στο σκοτάδι και να προσεγγίζουν τους ανθρώπους.


6. Η «Επιστήμη» της Ονειροκρισίας: Όνειρος vs. Ενύπνιον

Για να έχουμε την πλήρη εικόνα, πρέπει να δούμε πώς ορίζει τον «Όνειρο» η αρχαία επιστήμη της ερμηνείας τους. Ο Αρτεμίδωρος ο Δαλδιανός (2ος αι. μ.Χ.) έγραψε το μνημειώδες έργο «Ονειροκριτικά», το οποίο είναι το πληρέστερο αρχαίο εγχειρίδιο ανάλυσης ονείρων. Ο Αρτεμίδωρος κάνει έναν θεμελιώδη διαχωρισμό που χρησιμοποιούσαν όλοι οι αρχαίοι:

Αρχαίο Κείμενο (Αρτεμίδωρος, Ονειροκριτικά, Βιβλίο 1, Κεφ. 1): «Όνειρός εστι κίνησις ή πλάσις ψυχης πολυσχήμων, σημαντική των εσομένων αγαθων ή κακων. […] Έτι των εν τοις ύπνοις φαντασιων αι μέν όνειροι καλουνται, αι δέ ενύπνια.»

Απόδοση: Ο Όνειρος είναι μια κίνηση ή πλάση της ψυχής με πολλά σχήματα, που υποδηλώνει (προφητεύει) τα μελλοντικά καλά ή κακά. […] Επιπλέον, από τις φαντασιώσεις κατά τη διάρκεια του ύπνου, άλλες ονομάζονται «όνειροι» και άλλες «ενύπνια».

Το Ενύπνιον: Ήταν το απλό όνειρο που πηγάζει από τις σωματικές ή ψυχολογικές ανάγκες της στιγμής (π.χ. αν πεινάς, βλέπεις ότι τρως). Δεν έχει καμία προφητική αξία.

Ο Όνειρος: Ήταν αποκλειστικά το προφητικό μήνυμα, αυτό που στέλνουν οι θεοί για να δείξουν το μέλλον.

7. Η Ιερή «Εγκοίμησις»: Τα Όνειρα ως Ιατροί στα Ασκληπιεία

Τα Όνειρα δεν ήταν μόνο αγγελιοφόροι κακών ή μελλοντικών γεγονότων, αλλά είχαν ενεργό θεραπευτικό ρόλο. Στην αρχαία Ελλάδα, οι ασθενείς επισκέπτονταν τα Ασκληπιεία (όπως της Επιδαύρου), έκαναν καθαρμούς και κοιμούνταν στο Άβατον (τον ιερό χώρο ύπνου). Αυτή η ιεροτελεστία ονομαζόταν Εγκοίμησις. Κατά τη διάρκειά της, ο θεός Ασκληπιός ή ένας ιερός Όνειρος επισκεπτόταν τον ασθενή και είτε τον γιάτρευε επιτόπου, είτε του έδειχνε ποια θεραπεία να ακολουθήσει.

Στις επιγραφές που βρέθηκαν στην Επίδαυρο (τα λεγόμενα «Ιάματα»), διαβάζουμε διαρκώς αυτή τη στερεότυπη και μαγική φράση:

Αρχαίο Κείμενο (Επιγραφές Επιδαύρου, 4ος αι. π.Χ.): «εγκαθεύδων δέ όψιν ειδε…» (ή ενύπνιον ειδε)

Απόδοση: Και κοιμώμενος μέσα στο ιερό, είδε ένα όραμα…

8. Το «Νησί των Ονείρων» (Η Νησος των Ονείρων)

Τέλος, ο Σύρος συγγραφέας (που έγραφε στα ελληνικά) Λουκιανός, στο σατιρικό και πρωτοποριακό έργο του επιστημονικής φαντασίας «Αληθη Διηγήματα» (2ος αι. μ.Χ.), παίρνει την ομηρική περιγραφή του «Δήμου των Ονείρων» και τη μετατρέπει σε έναν ολόκληρο γεωγραφικό χάρτη.

Περιγράφει το Νησί των Ονείρων, το οποίο περιβάλλεται από ένα πυκνό δάσος από παπαρούνες και μανδραγόρες (φυτά με υπνωτικές/ναρκωτικές ιδιότητες). Το νησί έχει ένα ποτάμι που λέγεται Νυκτίπορος (αυτός που κυλάει τη νύχτα) και δύο πηγές: τον Νήγρετο (Αξύπνητο) και τον Παννυχία (Ολονύχτιο). Αντί για τις δύο πύλες του Ομήρου, ο Λουκιανός προσθέτει άλλες δύο!

Αρχαίο Κείμενο (Λουκιανός, Αληθή Διηγήματα, 2.33): «Πύλαι δέ ένεισιν τέσσαρες, δύο μέν πρός τό της Βλακείας πεδίον αποβλέπουσαι, η μέν τις σιδηρα, η δέ εκ πηλου πεποιημένη… δύο δέ πρός τόν λιμένα καί τήν θάλατταν, η μέν κερατίνη, η δέ … ελεφαντίνη.»


Απόδοση: Υπάρχουν εκεί τέσσερις πύλες: οι δύο βλέπουν προς την πεδιάδα της Νωθρότητας (η μία είναι σιδερένια και η άλλη φτιαγμένη από πηλό)… και οι άλλες δύο κοιτούν προς το λιμάνι και τη θάλασσα (η μία από κέρατο και η άλλη από ελεφαντόδοντο).

Από το olympia

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου