Τρίτη 17 Μαρτίου 2020

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί, Κύριε...

Σε μιαν έρημη πόλη ήταν δέκα το πρωί και έμοιαζε να γυρίζεται ταινία θρίλερ, όπου οι ελάχιστοι διαβάτες περπατούσαν με σκυμμένα τα κεφάλια και φορώντας μάσκες.
Μια άγνωστη απειλή, κάτι που θα συμβεί, μια σιωπή, ένας φόβος, κλειστά καταστήματα...."Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί" σκέφτηκε.
"Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί, τις πόρτες σπάσαν οι οχτροί κι εμείς γελούσαμε στις γειτονιές την πρώτη μέρα".
Ψες βράδυ ήταν που
έσπασαν οι οχτροί  τις θύρες: Tων ναών, της καρδιάς, της αντοχής και μπήκαν μέσα οι εχθροί ενώ ο κόσμος της "λογικής", του "πολιτισμού" και της "προόδου" γελούσε από ευτυχία που δεν θα μεταδοθεί ο κοροναϊός, αφού δεν θα συγκεντρώνονται οι άνθρωποι στις εκκλησιές.
Ανέβηκε τα σκαλιά και μπήκε στον έρημο ναό. Για "ατομική λατρεία" όπως λέει η ανακοίνωση.
Η Παναγιά την κοίταζε. Ήρεμη και γλυκιά, όπως πάντα.
Δεν το άντεξε και έβαλε τα κλάματα. Με λυγμούς.
 " Πώς θα Σε αφήσω μοναχούλα στον Ακάθιστο" της έλεγε και Κείνη την ατένιζε με συμπόνοια....
"Αχ Κυρά μου" είπε και σωριάστηκε σε μια καρέκλα και έμεινε να Την θωρεί.
Ένα γύρω οι Άγιοι παράστεκαν στα δάκρυά της σιωπηλοί, κομματάκι αμήχανοι, ίσως και λυπημένοι (έτσι της φάνηκε, τουλάχιστον).
Να έμενε λέει εκεί, να μαρμάρωνε και να στεκόταν σε αθέατες λειτουργίες μπροστά, μόνο να θαυμάζει και να απορεί με το θαύμα και το κάλλος....
Αρχαίον κάλλος....
" Το αρχαίον κάλλος αναμορφώσασθαι" ψιθύρισε "για να ξαναβρώ την παλιά μου ομορφιά" περπάτησαν σπαράγματα οι λέξεις, ανάμεσα στα δάκρυα.
Ένα μικρό κορίτσι ξεκίνησε από μέσα της και φορούσε λευκά. Στην εικόνα του Αη Νικόλα γονάτισε και κοίταζε. Περίπου το αρχαίον κάλλος, στα μακριά μαλλιά της κόρης, στην γαλήνη του Αγίου, στων κεριών το τρέμισμα, στον πόθο γιαυτό που τώρα πια δεν θα είχε: Το Ποτήριον, το Άγιο δισκοπότηρο, την ίδια την Ζωή...
"Πώς το έκαναν αυτό, Θεέ μου;"
"Πώς το κάναμε ;"
"Πώς Σου το κάναμε αυτό Κύριε; Πώς Σε αφήσαμε να γίνεσαι θυσία για μας και μεις να Σε αρνούμαστε";
Στο βάθος ανέμισε την ορφάνια του ένα πορφυρό μάκτρο.
Ο Νικηφόρος ο λεπρός, οι Άγιοι της Μυτιλήνης, ο Άγιος Λουκάς, όλοι γνωστοί και Φίλοι, σώπαιναν θυμιάματα. Τριαντάφυλλο της μύρισε και κάπου ένα καράβι έκανε το ταξίδι που αγαπούσε, περνούσε απέναντι στην Εύβοια στον Αη Γιάννη τον Ρώσο...Όσιος Δαβίδ ο Γέροντας, Όσιος Ιάκωβος.


"Δεν με αφήνουν νάρθω" είπε και μέσα της βούλιαξε ο ίδιος της ο εαυτός και χάθηκε.
"Χαθήκαμε" μουρμούρισε και βγήκε από το ναό, σκυφτά.
Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
κρατούσαν δίκιο οι οχτροί
κι εμείς φωνάζαμε ζήτω και γεια
σαν κάθε μέρα.

"Αναγράφω Σοι η Πόλις Σου Θεοτόκε" αντέλεξε και φόρεσε τα μαύρα της γυαλιά για να περπατήσει στην πλατεία της μοναξιάς (της).

anazhthseis-elena
Από το thesecretrealtruth

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου