Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κκ Χριστόδουλου: «Η μετά θάνατον ζωή», θα βρει πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία τα οποία θεωρούμε ικανά να προβληματίσουν και την δική μας σκέψη, αφού ο Αρχιεπίσκοπος, αναλύοντας το θέμα «πώς δημιουργήθηκε η ψυχή;», μεταξύ άλλων, γράφει και τα εξής:
«Υπάρχουν διάφορες θεωρίες περί της δημιουργίας και προελεύσεως της ψυχής. Η πρώτη είναι εκείνη «περί της προϋπάρξεως των ψυχών». Η θεωρία αυτή έχει διατυπωθεί από τον αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο τον Πλάτωνα, ο οποίος έλεγε ότι η ψυχή ανήκει στον κόσμο των ιδεών, επομένως προϋπάρχει του σώματος των ανθρώπων. Κάθε σώμα, λοιπόν, το οποίο δημιουργείται, κάθε νέος άνθρωπος ο οποίος γεννιέται, παίρνει μία από τις υπάρχουσες, πριν από τη γέννησή του, ψυχές, ενώνεται με αυτή την ψυχή και, ταυτόχρονα, η ψυχή φυλακίζεται και αιχμαλωτίζεται μέσα στο σώμα Ενώ, λοιπόν, η ψυχή είναι στοιχείο του κόσμου των ιδεών, γίνεται αιχμάλωτο στοιχείο του υλικού κόσμου μέσα στον οποίο είναι καταδικασμένος να ζει ο άνθρωπος. Γι' αυτό και επιζητεί την αποδέσμευσή της από τα δεσμά της ύλης, πράγμα που γίνεται με τον θάνατο, πηγαίνοντας σε άλλο σώμα Επομένως, η μετενσάρκωση έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία
Οι Χριστιανοί, βεβαίως, απορρίπτουν την θεωρία της προϋπάρξεως των ψυχών που έρχεται σε ευθεία αντίκρουση και σύγκρουση με αυτά που διδάσκει η Αγία Γραφή. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης λέγει χαρακτηριστικά: «Μίαν και την αυτήν ψυχής τε και σώματος αρχήν της συστάσεως οίεσθαι», που σημαίνει ότι εμείς πιστεύουμε ότι σώμα και ψυχή ταυτόχρονα δημιουργούνται και απαρτίζουν την υπόσταση του ανθρώπου, άρα δεν προϋπάρχει η ψυχή πριν από το σώμα ώστε να παίρνει το σώμα μία ψυχή από τις πολλές.
Μία δεύτερη θεωρία περί της προελεύσεως των ψυχών είναι αυτή της μεταφυτεύσεως της ψυχής. Σύμφωνα με αυτή, η ψυχή την οποία λαμβάνει το νήπιο όταν γεννιέται είναι απλή μεταφύτευση της ψυχής των γονέων του. Αυτή τη θεωρία πρέσβευαν και δίδασκαν οι επικούρειοι Έλληνες φιλόσοφοι και ορισμένοι Χριστιανοί αιρετικοί. Όμως, η Ορθόδοξη Χριστιανική διδασκαλία διδάσκει ότι κατά την σύλληψη του ανθρώπου ο Θεός εμφυσά την πνοή της ζωής στον άνθρωπο, δηλαδή την ψυχή. Δεν είναι η ψυχή καρπός του ανδρογύνου αλλά δημιούργημα του Θεού.
Ας ξαναγυρίσουμε, όμως, στους προχριστιανικούς λαούς για να δούμε τι πρέσβευαν για το θέμα του θανάτου και της ψυχής. Ο Όμηρος καλεί τον θάνατον αδελφό του ύπνου. Ο θάνατος θεωρείται, δηλαδή, ένας αλλού είδους ύπνος. Εξυπονοείται με αυτήν την παρομοίωση η αθανασία της ψυχής ότι, δηλαδή, ο άνθρωπος πεθαίνει κατά το υλικό του στοιχείο και όχι κατά το πνευματικό. Κατά τον Όμηρο, μόνο η παρούσα ζωή έχει αξία. Ο θάνατος δε, γι' αυτό τον λόγο είναι μέγα κακόν διότι αφαιρεί από τον άνθρωπο την δυνατότητα να απολαύσει αυτή τη ζωή. Μετά δε τον θάνατο, ο άνθρωπος οδηγείται σε πλήρη εξαθλίωση. Με τον θάνατο η ψυχή του ανθρώπου απελευθερώνεται και περιπατεί σαν σκιά στον Άδη. Αυτός είναι, με λίγα λόγια, ο πυρήνας της περί θανάτου και ψυχής διδασκαλίας του Ομήρου.
Οι Βαβυλώνιοι, από την άλλη μεριά, αρχαίος λαός, πίστευαν ότι οι νεκροί παραμένουν μέσα στο βαθύ σκοτάδι του Άδη. Βλέπουμε εδώ κάτι που πρέπει να επισημάνουμε. Πως λαοί προχριστιανικοί, που δεν είχαν ιδέα της Αποκαλύψεως του Θεού, πιστεύουν ότι μετά τον θάνατο ο άνθρωπος, υπό άλλην ιδιότητα και άλλον τρόπο, εξακολουθεί να ζει μία ζωή άλλοτε καλύτερη της επιγείου ζωής και άλλοτε χειρότερη. Αυτή την αντίληψη βρίσκουμε και στα διάφορα νεκρικά έθιμα όπου υπάρχει η έντονη απήχηση της αθανασίας της ψυχής. Ας δούμε μερικά απ' αυτά.
Στους αρχαίους τάφους, που η αρχαιολογική σκαπάνη ανακαλύπτει, ανευρίσκονται μαζί με τα οστά των νεκρών και ορισμένα αντικείμένα τα οποία είχαν θαφτεί μαζί με τον νεκρό.
Αυτό συνέβαινε για όλους τους νεκρούς της ειδωλολατρικής περιόδου. Όταν πέθαινε κάποιος, συνήθιζαν και του έβαζαν μαζί του τα πιο αγαπημένα του αντικείμένα π. χ. το κύπελλο με το οποίο έπινε νερό όσο ζούσε, νομίσματα, λίγο ψωμί η οτιδήποτε άλλο του άρεσε όπως δακτυλίδια, στέφανα κ.λπ. Κι αυτό γιατί πίστευαν οι αρχαίοι λαοί ότι ο άνθρωπος, μετά τον θάνατο, δεν παύει να ζει, αλλά χρειάζεται να έχει αυτά τα όποια είχε και στη γη και με τα οποία είχε συνδεθεί μαζί τους και συναισθηματικά. Έβαζαν δε νομίσματα γιατί οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι όταν πεθαίνει ο άνθρωπος, η ψυχή του πηγαίνει στον Άδη που βρισκόταν στο άκρο της Αχερουσίας λίμνης. Για να φτάσει εκεί, έπρεπε να πληρώσει το «εισιτήριο» στον βαρκάρη που εκτελούσε την διαδρομή.
Οι Αιγύπτιοι πίστευαν στην αθανασία της ψυχής και μάλιστα έλεγαν ότι η ψυχή ακολουθεί το σώμα γι' αυτό και ταρίχευαν τους νεκρούς ώστε το σώμα να μη διαφθαρεί, να μη λιώσει δηλαδή, διότι πίστευαν ότι θα έλιωνε μαζί του και η ψυχή. Τα αντικείμένα δε τα οποία έβαζαν μέσα στους τάφους ονομάζονται κτερίσματα
Οι Έλληνες ειδικότερα δίδασκαν ότι ο θάνατος είναι αναπόφευκτος. Μάλιστα ο Αισχύλος μας λέει ότι ο θάνατος δεν εξαγοράζεται. Οι νεκροί λέγει ο Ευριπίδης ζουν στον Άδη. Οι Έλληνες θλίβονταν με τον θάνατο διότι αυτός στερεί τους ανθρώπους από την ζωή η οποία είναι χαρά, φως, κάλλος και συμμετρία. Ο Άδης για τους αρχαίους Έλληνες είναι χώρος σκοτεινός. Οι νεκροί για τον λόγο αυτόν είναι δυστυχείς. Ωστόσο, έχουν την δυνατότητα να σκέπτονται. Αφού λοιπόν ο θάνατος είναι κακός, είναι προτιμότερο —πίστευαν— να μην είχε γεννηθεί κάποιος.
«Υπάρχουν διάφορες θεωρίες περί της δημιουργίας και προελεύσεως της ψυχής. Η πρώτη είναι εκείνη «περί της προϋπάρξεως των ψυχών». Η θεωρία αυτή έχει διατυπωθεί από τον αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο τον Πλάτωνα, ο οποίος έλεγε ότι η ψυχή ανήκει στον κόσμο των ιδεών, επομένως προϋπάρχει του σώματος των ανθρώπων. Κάθε σώμα, λοιπόν, το οποίο δημιουργείται, κάθε νέος άνθρωπος ο οποίος γεννιέται, παίρνει μία από τις υπάρχουσες, πριν από τη γέννησή του, ψυχές, ενώνεται με αυτή την ψυχή και, ταυτόχρονα, η ψυχή φυλακίζεται και αιχμαλωτίζεται μέσα στο σώμα Ενώ, λοιπόν, η ψυχή είναι στοιχείο του κόσμου των ιδεών, γίνεται αιχμάλωτο στοιχείο του υλικού κόσμου μέσα στον οποίο είναι καταδικασμένος να ζει ο άνθρωπος. Γι' αυτό και επιζητεί την αποδέσμευσή της από τα δεσμά της ύλης, πράγμα που γίνεται με τον θάνατο, πηγαίνοντας σε άλλο σώμα Επομένως, η μετενσάρκωση έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία
Οι Χριστιανοί, βεβαίως, απορρίπτουν την θεωρία της προϋπάρξεως των ψυχών που έρχεται σε ευθεία αντίκρουση και σύγκρουση με αυτά που διδάσκει η Αγία Γραφή. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης λέγει χαρακτηριστικά: «Μίαν και την αυτήν ψυχής τε και σώματος αρχήν της συστάσεως οίεσθαι», που σημαίνει ότι εμείς πιστεύουμε ότι σώμα και ψυχή ταυτόχρονα δημιουργούνται και απαρτίζουν την υπόσταση του ανθρώπου, άρα δεν προϋπάρχει η ψυχή πριν από το σώμα ώστε να παίρνει το σώμα μία ψυχή από τις πολλές.
Μία δεύτερη θεωρία περί της προελεύσεως των ψυχών είναι αυτή της μεταφυτεύσεως της ψυχής. Σύμφωνα με αυτή, η ψυχή την οποία λαμβάνει το νήπιο όταν γεννιέται είναι απλή μεταφύτευση της ψυχής των γονέων του. Αυτή τη θεωρία πρέσβευαν και δίδασκαν οι επικούρειοι Έλληνες φιλόσοφοι και ορισμένοι Χριστιανοί αιρετικοί. Όμως, η Ορθόδοξη Χριστιανική διδασκαλία διδάσκει ότι κατά την σύλληψη του ανθρώπου ο Θεός εμφυσά την πνοή της ζωής στον άνθρωπο, δηλαδή την ψυχή. Δεν είναι η ψυχή καρπός του ανδρογύνου αλλά δημιούργημα του Θεού.
Ας ξαναγυρίσουμε, όμως, στους προχριστιανικούς λαούς για να δούμε τι πρέσβευαν για το θέμα του θανάτου και της ψυχής. Ο Όμηρος καλεί τον θάνατον αδελφό του ύπνου. Ο θάνατος θεωρείται, δηλαδή, ένας αλλού είδους ύπνος. Εξυπονοείται με αυτήν την παρομοίωση η αθανασία της ψυχής ότι, δηλαδή, ο άνθρωπος πεθαίνει κατά το υλικό του στοιχείο και όχι κατά το πνευματικό. Κατά τον Όμηρο, μόνο η παρούσα ζωή έχει αξία. Ο θάνατος δε, γι' αυτό τον λόγο είναι μέγα κακόν διότι αφαιρεί από τον άνθρωπο την δυνατότητα να απολαύσει αυτή τη ζωή. Μετά δε τον θάνατο, ο άνθρωπος οδηγείται σε πλήρη εξαθλίωση. Με τον θάνατο η ψυχή του ανθρώπου απελευθερώνεται και περιπατεί σαν σκιά στον Άδη. Αυτός είναι, με λίγα λόγια, ο πυρήνας της περί θανάτου και ψυχής διδασκαλίας του Ομήρου.
Οι Βαβυλώνιοι, από την άλλη μεριά, αρχαίος λαός, πίστευαν ότι οι νεκροί παραμένουν μέσα στο βαθύ σκοτάδι του Άδη. Βλέπουμε εδώ κάτι που πρέπει να επισημάνουμε. Πως λαοί προχριστιανικοί, που δεν είχαν ιδέα της Αποκαλύψεως του Θεού, πιστεύουν ότι μετά τον θάνατο ο άνθρωπος, υπό άλλην ιδιότητα και άλλον τρόπο, εξακολουθεί να ζει μία ζωή άλλοτε καλύτερη της επιγείου ζωής και άλλοτε χειρότερη. Αυτή την αντίληψη βρίσκουμε και στα διάφορα νεκρικά έθιμα όπου υπάρχει η έντονη απήχηση της αθανασίας της ψυχής. Ας δούμε μερικά απ' αυτά.
Στους αρχαίους τάφους, που η αρχαιολογική σκαπάνη ανακαλύπτει, ανευρίσκονται μαζί με τα οστά των νεκρών και ορισμένα αντικείμένα τα οποία είχαν θαφτεί μαζί με τον νεκρό.
Αυτό συνέβαινε για όλους τους νεκρούς της ειδωλολατρικής περιόδου. Όταν πέθαινε κάποιος, συνήθιζαν και του έβαζαν μαζί του τα πιο αγαπημένα του αντικείμένα π. χ. το κύπελλο με το οποίο έπινε νερό όσο ζούσε, νομίσματα, λίγο ψωμί η οτιδήποτε άλλο του άρεσε όπως δακτυλίδια, στέφανα κ.λπ. Κι αυτό γιατί πίστευαν οι αρχαίοι λαοί ότι ο άνθρωπος, μετά τον θάνατο, δεν παύει να ζει, αλλά χρειάζεται να έχει αυτά τα όποια είχε και στη γη και με τα οποία είχε συνδεθεί μαζί τους και συναισθηματικά. Έβαζαν δε νομίσματα γιατί οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι όταν πεθαίνει ο άνθρωπος, η ψυχή του πηγαίνει στον Άδη που βρισκόταν στο άκρο της Αχερουσίας λίμνης. Για να φτάσει εκεί, έπρεπε να πληρώσει το «εισιτήριο» στον βαρκάρη που εκτελούσε την διαδρομή.
Οι Αιγύπτιοι πίστευαν στην αθανασία της ψυχής και μάλιστα έλεγαν ότι η ψυχή ακολουθεί το σώμα γι' αυτό και ταρίχευαν τους νεκρούς ώστε το σώμα να μη διαφθαρεί, να μη λιώσει δηλαδή, διότι πίστευαν ότι θα έλιωνε μαζί του και η ψυχή. Τα αντικείμένα δε τα οποία έβαζαν μέσα στους τάφους ονομάζονται κτερίσματα
Οι Έλληνες ειδικότερα δίδασκαν ότι ο θάνατος είναι αναπόφευκτος. Μάλιστα ο Αισχύλος μας λέει ότι ο θάνατος δεν εξαγοράζεται. Οι νεκροί λέγει ο Ευριπίδης ζουν στον Άδη. Οι Έλληνες θλίβονταν με τον θάνατο διότι αυτός στερεί τους ανθρώπους από την ζωή η οποία είναι χαρά, φως, κάλλος και συμμετρία. Ο Άδης για τους αρχαίους Έλληνες είναι χώρος σκοτεινός. Οι νεκροί για τον λόγο αυτόν είναι δυστυχείς. Ωστόσο, έχουν την δυνατότητα να σκέπτονται. Αφού λοιπόν ο θάνατος είναι κακός, είναι προτιμότερο —πίστευαν— να μην είχε γεννηθεί κάποιος.
Ο Πλάτωνας δέχεται ειδικότερα: 1) η ψυχή είναι αθάνατη 2) προϋπάρχει του σώματος 3) η ψυχή ανήκει στην θεία φύση, ενώ το σώμα στην γήινη και θνητή 4) παρέχει ζωή και κίνηση στο ανθρώπινο σώμα 5) υπάρχει μετενσάρκωση, επομένως ο θάνατος είναι επιθυμητός, το σώμα είναι δεσμωτήριον της ψυχής και η απαλλαγή της από το σώμα διευκολύνει την γνώση των αιωνίων. Ο σωματικός θάνατος είναι, κατά τον Πλάτωνα, μεγάλη ευεργεσία για τον άνθρωπο. Γι' αυτό και ο Σωκράτης με πολλή ηρεμία και γαλήνη ψυχής οδηγήθηκε στον θάνατο και ήπιε αδιαμαρτύρητα το κώνειο μένοντας πιστός στο δίκαιο της πατρίδας του…»
Με σεβασμό και τιμή
loading...
.jpg)
.jpg)
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου